Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη
Μετάφραση: Σταύρος Νικολαΐδης
εκδόσεις αμέθυστος
=======================================
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, ιερομόναχος απ’ το Μελένικο της
Μακεδονίας, έγραψε αυτό το κείμενο τον 14ο μ.Χ. αιώνα, απαντώντας στο
έργο του Θωμά Ακινάτη Summa contra Gentiles απ’ τον προηγούμενο αιώνα
και αναιρώντας το ριζικά και αποφασιστικά εκ μέρους της αληθινής
Εκκλησίας.
Το κείμενο του Αγγελικούδη είναι συναρπαστικό, όπως τα κείμενα και
οι λόγοι όλων των πατέρων. Φράση προς φράση φανερώνεται, μέσα απ’ τα
ίδια τα λόγια του Ακινάτη, η παραχάραξη, η διαστροφή της αλήθειας, τα
λογικά αδιέξοδα και η ίδια η απιστία του και όλων των Λατίνων εν τέλει,
στον αληθινό και αποκαλυφθέντα Θεό.
Ίσως το τελευταίο μεγάλο πατερικό μας κείμενο. Η χαρά της
αποκατάστασης της αλήθειας δίνει ειρήνη και ησυχία σε κάθε καλοπροαίρετη
ψυχή και την ενδυναμώνει στον εν Χριστώ αγώνα.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια, με πρόλογο και
εκτενή εισαγωγή, σε ιδιωτική έκδοση, από τον καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο.
Υπάρχει σε χειρόγραφο κώδικα της μονής Ιβήρων στο Άγιον Όρος, με αριθμ.
337, γραμμένον προς τα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα. Στον
κώδικα το έργο αυτό έχει τον τίτλο «Καλλίστου Μελενικιώτου κατά του καθ’
Ελλήνων δήθεν λεγομένου βιβλίου Θωμά Λατίνου». Το δε βιβλίο του Θωμά
Ακινάτη είναι η Summa contra Gentiles, που το είχε εξελληνίσει ήδη
εκείνη την εποχή ο Δημήτριος Κυδώνης.
Μεταφέρουμε το κείμενο απ’ την υπέροχη γλώσσα του πρωτοτύπου στα νέα
ελληνικά, μένοντας απολύτως πιστοί, το κατά δύναμιν, στο πνεύμα αλλά
και στο “γράμμα”, τις λέξεις, το ύφος το αληθινό, που κι εδώ όπως και σ’
όλα τα κείμενα της Εκκλησίας μας, της Εκκλησίας του Θεού, είναι άρρηκτα
συνδεδεμένα, θεία χάριτι, αναμεταξύ τους.
Σταύρος Νικολαΐδης
ΚΕΙΜΕΝΟ
Περί του εσχάτου τέλους και της κατ' αυτό αεικινησίας
187. Αυτός που δεν έχει βαδίσει ούτε την αρχή τής κατά Θεόν οδού θέλει
να μιλά από οίηση για το κατ’ αυτήν τέλος, και λέει αναγκαστικά τα μη
καθήκοντα (τα ανάρμοστα...) και παρανομεί ψευδόμενος. Γιατί λέει, πως
«αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την
ηρεμία, δεν είναι ακόμα ευδαίμων, αφού δεν ηρέμησε ακόμα η φυσική του
επιθυμία. Όταν θα επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει
παρόμοια και την εγκατάσταση (ίδρυσις) και την ηρεμία». Και πως "δεν
φθάνει" πάλι "η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παυθή η έφεσή της».
Βλέπετε τη διάνοια αυτού που γράφει κατά των Ελλήνων, πώς αντιλέγει
ολοφάνερα στους αγίους που λένε πως “επιστρέφει πάλι η ερωτική κίνηση
του αγαθού, που προϋπάρχει στο αγαθό, και είναι απλή και αεικίνητη και
προπέμπεται απ’ το αγαθό, σ’ αυτό, όντας ατελεύτητη και άναρχη, το οποίο
φανερώνει την αεικίνητή μας έφεση και ένωσή μας προς το θείο” (Μαξίμου
Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά και οικονομικά, Εκατοντάς Ε).
190. Και πάλι˙ “μόνον το θείο είναι αληθινά και γλυκύ και
επιθυμητό και εράσμιο, του οποίου η απόλαυση, που συμβαίνει πάντοτε,
γίνεται αφορμή μεγαλύτερης επιθυμίας, συνεπιτείνοντας με τη μετουσία των
αγαθών τον πόθο” (Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Α εις Άσμα Ασμάτων). “Γιατί η
ψυχή που συνάπτεται με τον Θεό έχει ακόρεστη την απόλαυση, ακμάζοντας
όσο αφθονώτερα πληρούται απ' το κάλλος, τόσο πιο σφοδρά με τους πόθους”
(ο.π.). Κι ακόμα˙ “είναι μεν πολύ αυτό που πάντοτε ευρίσκεται απ' τη
μακάρια εκείνη φύση των αγαθών, είναι δε απειροπλάσιο από κάθε τι που
καταλαμβάνεται αυτό που υπέρκειται, και συμβαίνει αυτό στο διηνεκές σ’
αυτόν που μετέχει σε όλη την αϊδιότητα των αιώνων, καθώς γίνεται με τα
παντοτινά μεγαλύτερα η επαύξηση σ' αυτούς που μετέχουν” (Γρηγορίου
Νύσσης, Ομιλία Η εις Άσμα Ασμάτων). Λέει δε, εκπίπτοντας σε παντελή
ατοπία, ο αντιλέγων ολοφάνερα στην αλήθεια και στους αγίους και
συμπαρατασσόμενος με την ελληνική πλάνη Θωμάς˙ « αυτά που βρίσκονται
εγγύτατα στον Θεό είναι παντελώς ακίνητα, όπως ακριβώς οι χωριστές
ουσίες (οι άγγελοι...), που προσχωρούν τα μάλιστα στην ομοιότητα του
Θεού, ο οποίος είναι παντελώς ακίνητος».
191. Έχοντας θέσει το παντελώς και στους αγγέλους και στον Θεό,
οδηγείται κατά κράτος ενάντια στους θεοφόρους και στις άγιες Γραφές, που
αναφέρουν για τον Θεό, όπως έχουμε ήδη πη, κίνηση θεοπρεπή, άναρχη και
ατελεύτητη, για τις δε νοερές ουσίες αθάνατη και ατελεύτητη κίνηση. Και
λέει ο ιερός Διονύσιος· “Είναι (προέρχονται...) απ’ τη θεία δύναμη οι
θεοειδείς δυνάμεις των αγγελικών διακόσμων· και έχουν απ’ αυτήν και το
είναι αμεταπτώτως και όλες τις νοερές και αθάνατές τους αεικινησίες και
έχουν λάβει το αρρεπές τους και την ανελάττωτη έφεση του αγαθού απ’ την
απειροδύναμη δύναμη” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων,
Κεφάλαιο Η). Κι ακόμη· “Κηρύσσονται πως κινούνται κυκλικά οι θείοι νόες,
ενούμενοι με τις άναρχες και ατελεύτητες ελλάμψεις του καλού και
αγαθού” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων, Κεφάλαιο Δ). Και
πάλι· “η πρώτη των ουρανίων ουσιών διακόσμηση, που έχει σταθή αμέσως
κυκλικά του Θεού και περί τον Θεό, και περιχορεύει απλά και ακατάληκτα
την αιώνιά του γνώση σύμφωνα με την υπέρτατη, όπως στους αγγέλους,
αεικίνητη εγκατάσταση” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας,
Κεφάλαιο Ζ). Πού ακούς λοιπόν εδώ το παντελώς ακίνητο ή στις νοερές
δυνάμεις ή στον Θεό; κατά κανέναν πάντως τρόπο, παρά σε μόνους τους
Έλληνες και τον Αριστοτέλη, απ' τους οποίους έχεις ολοφάνερα αναδειχθή
και ο ίδιος, ακολουθώντας τα δικά τους, ελληνόφρων.