Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς «ἁγίας οἰκογενείας» (ἀποσπάσματα)


Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς «ἁγίας οἰκογενείας» (ἀποσπάσματα) 
Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ «Ἡ αἱρετική ἀπεικόνιση τῆς “ἁγίας οἰκογενείας”. Γιατί εἶναι ξένη καί ἀπόβλητη» δημοσιεύουμε - κατόπιν εἰδικῆς ἀδείας τοῦ συγγραφέως -ὁλόκληρο τό ζ΄κεφάλαιο καί ἀποσπάσματα τῆς εἰσαγωγῆς, τῶν κεφαλαίων β΄ καί η΄ καί τῆς τελικῆς συνόψεως, πρός καλύτερη γνωριμία τῶν ἀδελφῶν μέ τόν ὅλο σχετικό προβληματισμό τῆς ἀμάρτυρης καί καινοφανοῦς ἀπεικονίσεως αὐτῆς τῆς λεγομένης «ἁγίας οἰκογένειας», ἡ ὁποία ὑπονομεύει μέ ἐποπτικό τρόπο τό δόγμα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου καί, συνεπῶς, καί τό δόγμα τῆς τελείας Θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ ἡμῶν.  



Α. Εἰσαγωγὴ

[...................]

Ἡ παρθενία τῆς Παναγίας μας ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ γι΄ αὐτὸ καὶ σαφῆ ἀπόδειξη τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἔναντι πάντων τῶν αἱρετικῶν, ὅπως ἀναπτύσσουμε κατωτέρω· κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ: «Ἕνα μόνον εἶναι στὸν Θεὸ ἀδύνατο, νὰ ἔλθει σὲ ἕνωση μὲ ἀκάθαρτο, πρὸ τῆς καθάρσεως· γι’ αὐτὸ ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἀνάγκη γιὰ μία τελείως ἀμόλυντη καὶ καθαρώτατη Παρθένο, γιὰ τὴν κυοφορία καὶ τὴν γέννηση τοῦ ἐραστῆ καὶ δοτήρα τῆς καθαρότητας» [4]. Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο καὶ ὑφίστανται ἀπὸ παλαιὰ ἡ τιμὴ καὶ ὑπόληψή Της πόλεμο ἐκ μέρους τῶν παντοίων ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἰουδαίων, τῶν Γνωστικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν σημερινῶν ἀπογόνων τοῦ Γνωστικισμοῦ, τῶν Μασόνων καὶ Νεοεποχιτῶν -Θεοσοφιστῶν [5].
Τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχει λάβει ἰδιαιτέρως εὐρεῖα διάδοση, πρωτίστως ἐξ αἰτίας τοῦ γενικοῦ θεολογικοῦ καὶ δογματικοῦ ληθάργου, ἡ λεγομένη εἰκόνα τῆς «ἁγίας οἰκογενείας». Ἡ ἐν λόγῳ εἰκόνα, οἱ ἱστορικὲς ἀπαρχὲς τῆς ὁποίας εὑρίσκονται στὴν Δύση, παρουσιάζει – κατὰ κανόνα ἐναγκαλιζόμενες - μία γυναικεία μορφή, μία ἀνδρική, νέου συνήθως ἀνδρός, καὶ ἑνὸς παιδιοῦ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν. Σὲ ἀκόμη χειρότερες ἐκδόσεις της ἐμφανίζονται ἐναγκαλιζόμενοι ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνὴ σὲ περισσότερο «οἰκεία» στάση, καὶ τὸ παιδὶ παραπλεύρως, στὴν ἀγκάλη τῆς μητέρας του. Καὶ ἡ βλάσφημη αὐτὴ παράσταση, μὲ ὅλα τὰ συνειρμικὰ μηνύματα ποὺ φέρει, ὑποτίθεται ὅτι παριστᾷ τὴν Θεοτόκο, τὸν Μνήστορα Ἰωσὴφ καὶ τὸ παιδίον Ἰησοῦν. 

Ο νηπιοβαπτισμός Ορθόδοξοι απαντήσεις εις προτεσταντικούς ισχυρισμούς


Ο νηπιοβαπτισμός
Ορθόδοξοι απαντήσεις εις προτεσταντικούς ισχυρισμούς
Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού αποτέλεσε πάντοτε αφορμή μόνιμης μομφής και κατηγορίας, στον ελληνικό χώρο, διαφόρων Προτεσταντικών κινήσεων κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η απόρριψη του νηπιοβαπτισμού από τους Έλληνες Προτεστάντες δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Μαρτυρείται ήδη από τον 19ο αι., από την πρώτη στιγμή δηλαδή της παρουσίας Προτεσταντικών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο1.
Σύμφωνα, λοιπόν, με κάποιους από τους Έλληνες Διαμαρτυρόμενους ο νηπιοβαπτισμός απορρίπτεται ως αντιβιβλική διδασκαλία και ως ανθρώπινη επινόηση. Αναφέρουν χαρακτηριστικά: «είναι ξεκάθαρο ότι το βάπτισμα των παιδιών είναι αντίθετο προς τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει καμία εντολή, ούτε παράδειγμα, ούτε και καμία απολύτως νύξη, ότι εβαπτίσθη νήπιο υπό του Κυρίου ή των μαθητών του»2.
Με ποιο κριτήριο οι Έλληνες Προτεστάντες απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό; Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους μοναδικό τους κριτήριο είναι η Αγία Γραφή. Ισχυρίζονται ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται αγιογραφικής θεμελίωσης. Ας αξιολογήσουμε όμως αυτό το επιχείρημα.
1). Οι προτεσταντικές αντιφάσεις.
Η θέση των Ελλήνων διαμαρτυρομένων, ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται αγιογραφικής θεμελίωσης τους φέρνει σε κάθετη αντίθεση με τους θεμελιωτές του Προτεσταντισμού. Στα χρόνια της Μεταρρύθμισης την απόρριψη του νηπιοβαπτισμού την υποστήριζαν μετά πάθους οι Αναβαπτιστές, δηλαδή, η πλέον ριζοσπαστική πτέρυγα της Μεταρρύθμισης. Απέναντί τους και γι’ αυτήν τους την τοποθέτηση θα σταθούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα οι θεμελιωτές του Προτεσταντισμού έχοντας ως μοναδικό κριτήριο και αυτοί την Αγία Γραφή.
Ο Μ. Λούθηρος σε δύο βασικά κείμενά του, ιδιαίτερης βαρύτητας, στα Σμαλκαλδικά Άρθρα (Pars III, 5) και στη Μεγάλη Κατήχηση (Pars IV) είναι σαφέστατος. Ο νηπιοβαπτισμός αναφέρει: α) είναι σύμφωνος με την Αγία Γραφή, β) είναι αναγκαίος και γ) είναι αρεστός στο Θεό3.

Οι αιρετικοί και η Αγία Γραφή Επισημάνσεις από τον Άγιον Ειρηναίον Λυώνος


Οι αιρετικοί και η Αγία Γραφή
Επισημάνσεις από τον Άγιον Ειρηναίον Λυώνος
Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
Ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος ανήκει στις κορυφαίες πατερικές προσωπικότητες, που η συμβολή τους στην προάσπιση της Ορθόδοξης πίστης υπήρξε καταλυτική και αποτελεί ταυτοχρόνως τον σημαντικότερο θεολόγο του Β’ αιώνα ( Βλ. B. Altaner-A. Stuiber, Patrologie, Sonderausgabe, 1993, σ. 110). Ο λόγος του είναι ακριβής, λαγαρός και τεκμηριωμένος. Γι’ αυτό, όπως όλων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, παραμένει διαχρονικά επίκαιρος και αναντικατάστατος.
Στο πλήθος των αντιαιρετικών έργων, που συνέγραψε, συν τοις άλλοις, δείχνει να έχει μια βαθιά γνώση τόσο των διδασκαλιών, όσο και των διαφόρων πρακτικών των ποικιλώνυμων αιρετικών της εποχής του.
Στα έργα του μας πληροφορεί για βασικά διαχρονικά γνωρίσματα της πλάνης, ως δαιμονικής μεθόδευσης και απόπειρας να πολεμήσει το σωτηριολογικό έργο του Θεανθρώπου, αλλά κάνει και καίριες επισημάνσεις για πρακτικές και μεθοδεύσεις των αιρετικών, σχετικά με το πώς χρησιμοποιούν την Αγία Γραφή.
Ας δούμε κάποιες, ενδεικτικές μεν βάσιμες δε, επισημάνσεις του.
i. Η πλάνη χρησιμοποιεί προσωπείο
Η επισήμανση αυτή του Αγίου Ειρηναίου έχει αμάχητη ακρίβεια: «Ἡ γάρ πλάνη καθ’ αὑτήν μέν οὐκ ἐπιδείκνυται, ἵνα μή γυμνωθεῖσα γένηται κατάφωρος· πιθανῷ δέ περιβλήματι πανούργως κοσμουμένη, καί αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀληθεστέραν ἑαυτήν παρέχειν φαίνεσθαι διά τῆς ἔξωθεν φαντασίας τοῖς ἀπειροτέροις» (Έλεγχος, Α΄, 2).

ii. Χρήση κοινής ορολογίας με διαφορετική νοηματοδότηση.
Είναι σύνηθες το φαινόμενο στο χώρο των αιρέσεων να γίνεται χρήση και επίκληση θεολογικής ορολογίας, η οποία όμως νοηματοδοτείται με διαφορετικό περιεχόμενο, έξω από την εκκλησιαστική παράδοση και, πολλές φορές, και απ’ αυτή τη νοηματική της συνάφεια. Αυτή η πρακτική έχει ως συνέπεια, κατά τον ιερό πατέρα, το: «ὅμοια μέν λαλοῦντας, ἀνόμοια δέ φρονοῦντας» (Έλεγχος, Α΄, 2).

iii. Η ανυπαρξία εκκλησιαστικών κριτηρίων ερμηνείας της Αγ. Γραφής.
Αντί εκκλησιαστικών κριτηρίων ερμηνείας της Αγ. Γραφής, οι αιρετικοί εισάγουν ένα είδος υποκειμενικής ερμηνευτικής αυτάρκειας. Με αφορμή αυτό το γεγονός, στη συνέχεια προβάλουν επί της Αγ, Γραφής τα δικά τους νοσηρά νοήματα, τα οποία ο άγ. Ειρηναίος, πολλάκις, τα χαρακτηρίζει «πλάσμα», και προσπαθούν να τα παρουσιάσουν ως αγιογραφικές θέσεις. Αποτέλεσμα: «ῥᾳδιουργοῦντες τά λόγια τοῦ Κυρίου, ἐξηγηταί κακοί τῶν καλῶς εἰρημένων γινόμενοι» (Έλεγχος, Α΄, 2), «παρατρέποντας τάς ἑρμηνείας, καί ῥᾳδιουργοῦντες τάς ἐξηγήσεις» (Έλεγχος, Α΄, ΙΙΙ, 6).

Νεώτερα απόκρυφα «Ευαγγέλια» - Σύγχρονοι προσπάθειαι παραμορφώσεως του Προσώπου του Χριστού


Νεώτερα απόκρυφα «Ευαγγέλια»
Σύγχρονοι προσπάθειαι παραμορφώσεως του Προσώπου του Χριστού
Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
Απόκρυφα κείμενα στην ιστορία της Εκκλησίας θεωρούνται ψευδεπίγραφα κείμενα, που συντάχθηκαν από άγνωστους αιρετικούς συγγραφείς και έχουν μυθώδες περιεχόμενο. Μία από τις κατηγορίες των αρχαίων απόκρυφων κειμένων είναι τα λεγόμενα «Απόκρυφα Ευαγγέλια». Λαμβάνοντας αφορμή από το περιεχόμενο των Κανονικών Ευαγγελίων, οι αρχαίοι αιρετικοί συγγραφείς στα «Απόκρυφα Ευαγγέλια», άλλοτε αλλοιώνουν και άλλοτε προσθέτουν γεγονότα και λόγια, στην προσπάθειά τους να διαδώσουν τις αιρετικές τους αντιλήψεις.
Το φαινόμενο όμως της σύνταξης και της εμφάνισης «Απόκρυφων Ευαγγελίων», ξαναεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο κυρίως κατά τον εικοστό αιώνα. Η πρακτική αυτή εντάσσεται στις προσπάθειες των νεωτέρων χρόνων διαφόρων ανθρώπων, που προσπάθησαν να αλλοιώσουν και να παραμορφώσουν την ιστορική εικόνα του Θεανθρώπου. Είναι μια παραγωγή νεοφανών απόκρυφων «Ευαγγελίων», που για μια ακόμη φορά αποκαλύπτουν δήθεν κρυμμένες, από τον ιστορικό Χριστιανισμό, πτυχές της ζωής, του προσώπου και της διδασκαλίας του Χριστού.
Πρόκειται για κείμενα που ενσωματώνουν μία ακατάσχετη φαντασιοκοπία των συγγραφέων τους και διαφημίζονται άλλοτε ως συμπλήρωμα, άλλοτε ως αποκατάσταση, άλλοτε ως νέα ανάδειξη και άλλοτε ως ανατροπή των ιστορικών θεολογικών δεδομένων.
Στα νεώτερα απόκρυφα «Ευαγγέλια» υπάρχει μια έντονη αντιιουδαϊκή θεώρηση του Χριστού. Επιπλέον, ανάλογα με τον συγγραφέα, Τον παρουσιάζουν ως μύστη, ως μυημένο σε παγανιστικά μυστήρια, ως μάγο, ως απλό θεραπευτή, ως εξωγήινη οντότητα, ως μετενσαρκωμένη οντότητα, ως χορτοφάγο, ως ταξιδιώτη στο Θιβέτ και στην Ινδία, ως Εσωτεριστή, ως παντρεμένο και άλλοτε ως Εσσαίο.

O Κανών λστ΄ της Συνόδου της Λαοδικείας


O Κανών λστ΄ της Συνόδου της Λαοδικείας
Καταδίκασε η Εκκλησία με τον κανόνα αυτόν τα Μαθηματικά; 
Θα περάσουμε σε ένα καυτό θέμα, το οποίο πολλάκις έχει απασχολήσει  και μπερδέψει πολλούς εξ’ υμών,  εξαιτίας της ερμηνευτικής δυσκολίας της λέξης Μαθηματικά.
 Η λέξη Μαθηματικά εμπεριέχεται μέσα στο Κανόνα ΛΣΤ΄  της Λαοδικείας χωρίς κάποια άλλη εξήγηση του όρου, έχοντας ως αποτέλεσμα πολλοί που τον διαβάζουν να νομίζουν ότι εννοεί εκεί τα απλά Μαθηματικά. Αυτομάτως διερωτώνται: Καταδίκασε η Εκκλησία με τον κανόνα αυτόν τα Μαθηματικά;
Εκ’ πρώτης όψεως δίνεται αυτή η εντύπωση.Βασική αρχή όμως, σε κάθε επιστήμη είναι το να μάθει κάποιος τι εννοεί ο συγγραφέας-νομοθέτης του Κανόνα με τη λέξη Μαθηματικά και όχι τι θα ήθελε ο καθένας μας να εννοεί, είτε λόγω σκοπιμότητος  είτε λόγω άγνοιας.
Κάθε Κανόνας λοιπόν ερμηνεύεται δια των Κανονολόγων. Αυτοί μας επεξηγούν τι σημαίνουν οι όροι του, όπως ακριβώς στη Νομική Επιστήμη, η κάθε διάταξη- Νόμος, ερμηνεύεται με βάση τους Νομικούς και όχι όπως (ίσως) εσφαλμένα τον/την καταλαβαίνουμε εμείς.
Ας δούμε λοιπόν πρώτα τον Κανόνα, και έπειτα την ερμηνεία των όρων του (Επαοιδοί ,Μαθηματικούς) από τους Βυζαντινούς καθώς και τους Υστερο-βυζαντινούς Κανονολόγους.
Ο Κανών λστ' της Συνόδου της Λαοδικείας: «Ότι ου δει ιερατικούς ή κληρικούς μάγους ή επαοιδούς, είναι ή μαθηματικούς, ή αστρολόγους, ή  ποιείν τα λεγόμενα φυλακτήρια, άτινά εστι δεσμωτήρια των ψυχών αυτών. Τους δε φορούντας, ρίπτεσθαι εκ της εκκλησίας εκελεύσαμεν». 

Ερμηνεία : 1.Ματθαίος Βλάσταρης,
Σύνταγμα κατά στοιχείον, στοιχείο Μ, κεφ. 1
Περί επαοιδών.
Επαοιδοί δε, οι γόεις, οι δι' επωδών τους δαίμονας εφελκόμενοι προς τα οικεία θελήματα, και θηρία καταδεσμούντες και ερπετά προς το μη λυμήνασθαι το κτήνος τυχόν, έζω που νυκτός αυλιζόμενον άλλα και όφεις έτεροι καταγοητεύουσιν, ους περ δη και μεταχειριζόμενοι, άδηκτοι εξ αυτών και απαθείς κακών διαμένουσα.
Περί μαθηματικών.

Ήταν ο Μελχισεδέκ Έλληνας;


Στους νεογνωστικούς και νεοπαγανιστικούς κύκλους κυκλοφορεί η πληροφορία, ότι ο Μελχισεδέκ ήταν Έλληνας. Το θέμα εξηγεί ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης στην επιστολή ξα’ Προς Αμμώνιο. Ας δούμε τι λέει:
«Ρώτησες, γιατί ο Παύλος είπε “Δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καί Ἕλληνι» (Ρωμ. 2.10) και δεν ανέφερε πουθενά τον Χριστιανό. Γνώρισε λοιπόν, ότι ο Παύλος μιλούσε για τους πριν από την ένσαρκη έλευση του Χριστού. Γιατί δεν ζούσε τότε ακόμα στα χρόνια της χάριτος. Και Έλληνες εδώ δεν εννοεί τους ειδωλολάτρες, αλλά τους ευσεβείς, οι οποίοι ζούσαν με τον έμφυτο νόμο, οι οποίοι, χωρίς τις ιουδαϊκές νομοθετικές διατάξεις, εφάρμοζαν όλα όσα απέβλεπαν στην ευσέβεια, όπως ήταν ο Μελχισεδέκ, ο Ιώβ, ο Κορνήλιος». (Επιστολές βιβλίον δ’, επιστολή ξα’, Ισιδώρου Πηλουσιώτου Άπαντα, εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 2000, τόμος 4 σσ. 109-11, μετάφραση Π. Παπαευαγγέλου).
Αυτό που εξηγεί εδώ πολύ καθαρά ο άγιος Ισίδωρος είναι ότι με την λέξη Έλλην, που στην εποχή του είχε θρησκευτική χροιά, στην περίπτωση της χρήσης της από τον απόστολο Παύλο, δεν πρέπει να νοείται ο ειδωλολάτρης, αλλά ο ευσεβής, που πριν τους χρόνους της Καινής Διαθήκης ζούσε, όχι με βάσει το μωσαϊκό νόμο, αλλά τον έμφυτο νόμο της συνειδήσεως. Αυτός που ζούσε κατά συνείδηση, η οποία δεν μπορούσε να του καταμαρτυρήσει τίποτα, διότι ήταν δίκαιος. Τέτοιος Έλλην ήταν ο Μελχισεδέκ.
Ας σταματήσουν επιτέλους οι νεοπαγανιστές τις άδικες κατηγορίες κατά των Πατέρων, ότι δήθεν ήταν ανθέλληνες. Όπως φαίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, οι Πατέρες έδιναν περισσότερη αξία στους Έλληνες, απ’ όσο οι ίδιοι καταλαβαίνουν.

Άντε και καλά "Μιθρούγεννα"....!


Η ενανθρώπιση του Κυρίου και Σωτήρος και Θεού ημών Ιησού Χριστού αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας. Δι’ αυτής καταργήθηκε η διά του φόβου και του θανάτου εξουσία του Εωσφόρου επί του ανθρωπίνου γένους. Δια της αποκαλύψεως της Θεοφανείας διαλύθηκε το προηγούμενο σκότος της αγνωσίας και ανέτειλε το φως της αληθινής γνώσεως του ζώντος Θεού. Η γέννηση του Χριστού εκ της Παρθένου είναι ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός για τον άνθρωπο, και η Εκκλησία κάθε χρόνο το εορτάζει, θυμίζοντας στους πιστούς το μήνυμα της ελπίδος και της σωτηρίας.
Δυστυχώς, δεν δέχονται όλοι οι άνθρωποι το ευαγγελικό μήνυμα. Κάποιοι, παραμένοντες προσκολλημένοι πεισματικά στο σκότος της ειδωλομανίας, δεν αντέχουν να αντικρίζουν το φως της αλήθειας. Δεν κλείνουν απλώς και πεισματικά, μάτια, αυτιά και νου στην αποκάλυψη του Θεού, αλλά προσπαθούν να επαναφέρουν τον άνθρωπο στα χρόνια της άγνοιας, στην κατάσταση της πλάνης. Αν πριν την γέννηση του Χριστού υπήρχε η αμφίβολη δικαιολογία της ανικανότητας της ανθρώπινης διανόησης να πλησιάσει το ύψος της θείας γνώσεως, στα χρόνια μετά την ενανθρώπιση και αποκάλυψη, τώρα που η ίδια η Αλήθεια έσκυψε από τον ουρανό και φανερώθηκε στους ανθρώπους, οι αρνητές δεν έχουν ούτε δικαιολογία ούτε πρόφαση για την εμμονή τους στο ψεύδος. Ενθυμούμενοι τον λόγο του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου:
«πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι˙ καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστι˙ καί τοῦτο ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη» (Α’ Ιωαν. 4.2-3)
Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, το πνεύμα του αντιχρίστου που βρίσκεται ήδη στον κόσμο, το Πνεύμα της Εποχής, είδαμε τις τελευταίες ημέρες να πληθαίνουν κάποια άρθρα στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, κατά τα οποία τα Χριστούγεννα είναι μία συνέχεια, μια απομίμηση παγανιστικών εορτών και ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, είναι αντίγραφο ηλιακών θεοτήτων της αρχαιότητας. Θα δείξουμε παρακάτω ότι αυτές οι ιδέες προέρχονται από ένα θρησκευτικό κίνημα, το οποίο αναγνωρίζει ως πατέρα του των πατέρα του ψεύδους και προσπαθεί με παραπλανητικούς τρόπους και οργανωμένες επιθέσεις να επιβάλει τις θρησκευτικές του δοξασίες, αποβλέποντας να διαδώσει την λατρεία του Εωσφόρου.
Αλλά ας δούμε πρώτα και εν συντομία, αν υπάρχει κάποια τιμή αλήθειας στις ιδέες αυτές. Μπορούμε να διαχωρίσουμε τους ισχυρισμούς σε επιμέρους προτάσεις και να τις εξετάσουμε χωριστά. Ισχυρίζονται, λοιπόν, τα εξής: