Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Οι σκανδαλιζόμενοι (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος) alopsis


ΘΕΟΛΟΓΙΑ
"Πρόκειται για τους σκανδαλιζόμενους, τους υποκύπτοντες στους πειρασμούς από τα σκάνδαλα, αυτούς που χάνουν την πίστη τους ή φεύγουν από την Εκκλησία, γιατί έχουν σκανδαλισθή από διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στην κοινωνία, ακόμη δε και μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Εάν οι σκανδαλίζοντες έχουν ευθύνη ενώπιον του Θεού και θα δώσουν φρικτό λόγο στον Θεό εν ημέρα κρίσεως, και οι σκανδαλιζόμενοι έχουν την δική τους ευθύνη."

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για τα σκάνδαλα, και μάλιστα για τα εκκλησιαστικά σκάνδαλα, στην ουσία για τα σκάνδαλα που προέρχονται από Κληρικούς που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα στους πιστούς.
Σκάνδαλον είναι η παγίδα που τίθεται για την σύλληψη ενός ζώου ή και την καταστροφή του εχθρού. Στους Ιουδαίους ο Θεός λέγει: τα ειδωλολατρικά έθνη “έσονται υμίν εις παγίδας και σκάνδαλα..” (Ιησ. Ν. κγ’ 13). Ο Χριστός στον Απόστολο Πέτρο που προσπάθησε να τον εμποδίση από του να πορευθή προς το πάθος και τον σταυρικό θάνατο του είπε: “ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· σκάνδαλόν μου εί· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων” (Ματθ. ιστ΄,23). Κατ' επέκταση το ρήμα σκανδαλίζω δηλώνει αυτόν που κατασκευάζει παγίδες, που βάζει πειρασμούς σε κάποιους. Επίσης υπάρχει και η λέξη σκανδαλοπλόκος που δηλώνει τον άνθρωπο εκείνον που μηχανεύεται τις παγίδες και τα σκάνδαλα για να προξενήση κακό στους ανθρώπους.
Τα σκάνδαλα είναι δεδομένα στις μεταπτωτικές κοινωνίες, ακριβώς γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση της πτώσεως, κυριαρχείται από τα πάθη. Αλλά και όταν αγωνίζεται να τηρήση το θέλημα του Θεού και τότε οδηγείται προς την τελειότητα, χωρίς ποτέ να φθάση στο τέλειο. Γι' αυτό και ο Χριστός είπε στους Ιουδαίους της εποχής του: “ανάγκη γαρ εστιν ελθείν τα σκάνδαλα”, διότι έτσι αποδεικνύονται οι δόκιμοι. Όμως συγχρόνως τόνισε : “ουαί τω κόσμω από των σκανδάλων ...... ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται” (Ματθ. ιη’, 7).
Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος που πρέπει να εντοπισθή σε αυτό το άρθρο. Πρόκειται για τους σκανδαλιζόμενους, τους υποκύπτοντες στους πειρασμούς από τα σκάνδαλα, αυτούς που χάνουν την πίστη τους ή φεύγουν από την Εκκλησία, γιατί έχουν σκανδαλισθή από διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στην κοινωνία, ακόμη δε και μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Εάν οι σκανδαλίζοντες έχουν ευθύνη ενώπιον του Θεού και θα δώσουν φρικτό λόγο στον Θεό εν ημέρα κρίσεως, και οι σκανδαλιζόμενοι έχουν την δική τους ευθύνη.
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους φαίνεται ότι ευθύνονται και οι σκανδαλιζόμενοι.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι σκανδαλιζόμενοι δείχουν την πνευματική τους αδυναμία να αντιδράσουν στους πειρασμούς και τις δυσκολίες της ζωής. Όπως ο βιολογικός οργανισμός του ανθρώπου διαθέτει τα αντισώματα και ένα ισχυρό ανοσολογικό σύστημα που αντιδρά σε κάθε ιό, έτσι και ο πνευματικός άνθρωπος θα έπρεπε να είχε ισχυρό πνευματικό ανοσολογικό σύστημα για να αντιδρούσε φυσιολογικά σε κάθε πειρασμική κατάσταση. Και όπως ασθενούν εκείνοι που δεν έχουν καλό και δυνατό ανοσολογικό σύστημα, το ίδιο ασθενούν πνευματικά και εκείνοι που εύκολα σκανδαλίζονται και με τον τρόπο αυτόν δείχνουν ότι δεν έχουν δυνατόν πνευματικό οργανισμό.
Αυτό φαίνεται από το ότι οι άνθρωποι μπορούν να σκανδαλισθούν και από πνευματικά γεγονότα και από υγιείς πνευματικά καταστάσεις, και αυτό συμβαίνει γιατί δεν κατέχουν το κριτήριο της αλήθειας. Οι Φαρισαίοι σκανδαλίσθηκαν από την παρουσία και τους λόγους του Χριστού, χωρίς γι' αυτό να ευθύνεται ο Χριστός, που απεκάλυπτε την αλήθεια. “Οι Φαρισαίοι εσκανδαλίσθησαν ακούσαντες τον λόγον” (Ματθ. ιε’, 12). Ο Ίδιος ο Χριστός γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν πολλοί που θα σκανδαλισθούν με το Πρόσωπό Του είπε: “μακάριος εστιν ός εάν μη σκανδαλισθή εν εμοί” (Ματ. ια’, 6). Λίγο πριν από το πάθος Του ο Χριστός είπε στους Μαθητές Του: “πάντες υμείς σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί” (Ματθ. κστ΄ , 31). Επίσης, μετά την τελευταία του διδασκαλία, πριν παραδοθή στο μαρτύριο του πάθους, είπε στους Μαθητές Του: “Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα μη σκανδαλισθήτε” (Ιω. ιστ’,1). Όχι μόνον ο Χριστός υπήρξε για τους άρρωστους πνευματικά ανθρώπους σκάνδαλον, αλλά και ο Σταυρός του Χριστού δια μέσου των αιώνων είναι σκάνδαλο για τους Ιουδαίους. Κατά την ομολογία του Αποστόλου Παύλου “ημείς κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον....” (Α’ Κορινθ. α’23).
Επομένως σκανδαλίζονται όσοι έχουν μκρή και ατελή πίστη, όσοι δεν έχουν μεγάλη γνώση του Θεού και γι' αυτό οι πειρασμοί αποτελούν σκάνδαλα. Ακόμη για τους ανθρώπους που δεν διαθέτουν το κριτήριο της αλήθειας σκάνδαλο μπορεί να είναι ο Χριστός, ο αποκαλυπτικός λόγος Του, η Εκκλησία, η αλήθεια, η Βασιλεία των ουρανών, που δεν ταιριάζουν με την νοοτροπία του κόσμου στον οποίο ζουν.
Ο δεύτερος λόγος που δείχνει την ευθύνη που έχουν και εκείνοι που σκανδαλίζονται είναι ότι κατά κάποιο τρόπο όσοι βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση έχουν την ψυχολογική ανάγκη να σκανδαλίζονται. Αυτό λέγεται από την άποψη ότι οι άνθρωποι της κατηγορίας αυτής ζουν μια ζωή έξω από την φυσική ζωή, όπως την ζούσε ο Αδάμ προ της πτώσεως, και μια ζωή έξω από την αποκαλυπτική αλήθεια που έχει δώσει στον κόσμο ο Χριστός και διαφυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία.
Μετά την πτώση του Αδάμ ο Θεός έστειλε στους ανθρώπους τους δικαίους και τους Προφήτες, έδωσε τον νόμο Του, ώστε οι άνθρωποι να έχουν μερικά κριτήρια της αλήθειας και να αποφύγουν την πλάνη. Τελικά ενηνθρώπησε το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και αποκάλυψε την όλη αλήθεια, έκανε την Εκκλησία Σώμα Του και έτσι μέσα στην Εκκλησία μπορεί ο άνθρωπος όχι μόνον να βρη την αλήθεια, αλλά και να την ζήση στην ύπαρξή του.
Όμως, όταν ζη ο άνθρωπος έξω από αυτόν τον αποκαλυπτικό λόγο είναι επόμενο η φωνή της συνειδήσεώς του να αντιδρά, να διαμαρτύρεται. Επειδή ο πεπτωκώς άνθρωπος δεν θέλει να έλθη σε αντίθεση με τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου, γι' αυτό και προσπαθεί να βρη πολλές ευκαιρίες και αφορμές για να καθησυχάση την φωνή της συνειδήσεώς του που διαμαρτύρεται, ώστε να εξακολουθή να βρίσκεται στην νοοτροπία και την κατάσταση των παθών.
Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο και τον “εξυπηρετούν” τα σκάνδαλα, και ο ίδιος κατά κάποιο τρόπο θέλει να σκανδαλίζεται. Με αυτήν την έννοια ο εμπαθής άνθρωπος ρέπει προς τον εντοπισμό και την αναζήτηση των σκανδάλων, αρέσκεται σε αυτά για να καθησυχάζη την συνείδησή του και να μη ακολουθή τον σκληρό και ανηφορικό δρόμο της αρετής. Η σκέψη του είναι η ακόλουθη. “Εφ' όσον υπάρχουν άλλοι Χριστιανοί και μάλιστα Κληρικοί και δη Επίσκοποι, οι οποίοι παραβαίνουν κατά ποικίλους και διαφόρους τρόπους τον νόμο του Θεού, τότε δικαιολογούμαι κι' εγώ που ζώ κατ' αυτόν τον τρόπο”.
Και οι δύο λόγοι που αναφέραμε δείχνουν ότι οι σκανδαλιζόμενοι είναι άρρωστοι πνευματικά. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι οι άγιοι δεν σκανδαλίζονται από ό,τι βλέπουν στην κοινωνία. Και όχι μόνον δεν σκανδαλίζονται, αλλά αντιμετωπίζουν τα μαρτύρια και τους πειρασμούς με πίστη ακλόνητη και θάρρος ακατάβλητο. Η Χάρη του Θεού τους ενισχύει και τους ενδυναμώνει. Ισχύει σε αυτούς ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε, άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών” (Ρωμ. η΄,38-39).
Ακριβώς για τον λόγον αυτόν ο Χριστός ομίλησε για την ανάγκη να κόβη κανείς την αιτία του σκανδάλου, που δεν ευρίσκεται τόσο έξω από τον άνθρωπο, αλλά μέσα του. Είπε ο Χριστός: “πάς ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού”. Και στην συνέχεια, είπε: “ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου· συμφέρει γαρ σοι ίνα απόληται έν των μελών σου και μη όλον το σώμα σου βληθή εις γέενναν” (Ματθ. ε΄ 29). Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, μιλώντας ο Χριστός για δεξιό οφθαλμό, δεν εννοεί κάποιο μέλος του σώματός του, αλλά “περί των οικείως προς ημάς εχόντων”. Έτσι ο άνθρωπος δεν πρέπει να δικαιολογήται ότι ο άλλος του δημιουργεί προβλήματα, αλλά θα πρέπη να προβαίνη ο ίδιος σε κάθε ενέργεια για να απαλλαγή από το σκάνδαλο που του δημιουργεί πειρασμό. Αυτό σημαίνει ότι και ο ίδιος έχει προσωπική ευθύνη γι’ αυτό.
Όλα τα ανωτέρω δεν εγράφησαν για να αμνηστευθούν τα σκάνδαλα και να δικαιολογηθούν οι σκανδαλίζοντες, οι οποίοι οπωσδήποτε έχουν μεγάλη ευθύνη για τα προβλήματα που δημιουργούν, αλλά για να εντοπισθή η αλήθεια ότι δεν πρέπει κανείς να δικαιολογήται για το ότι δεν ζη την ζωή που μας έχει αποκαλύψει ο Χριστός, λόγω των υπαρχόντων σκανδάλων. Τα σκάνδαλα, εκτός των άλλων, αποκαλύπτουν την ασθένεια και των σκανδαλιζομένων. Και οι σκανδαλιζόμενοι έχουν ευθύνη για το ότι σκανδαλίζονται. Και θα δώσουν και αυτοί, όπως και οι σκανδαλίζοντες, λόγο στον Θεό κατά την Δευτέρα Του Παρουσία.

Σημείωση (Πηγή: Περιοδικό 'Εκκλησιαστική Παρέμβαση')

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ!




« Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς,
ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω,
οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ,
νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ,
Ἄγγελοι θαυμάζουσιν,
ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν,
ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον,
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ,
Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν,
Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας.
ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον». 


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ' αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).

Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20). 

Απολυτίκιον Ἦχος δ'


«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν,
χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς,
τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας,
ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ,
ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».


«Ο ίδιος ο Κύριος λέει: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω ... και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν» (Ιωάν. 14,16). Έτσι η Ανάληψη του Χριστού είναι η κατ' εξοχήν επίκληση, γιατί είναι θεία• ο Υιός παρακαλεί τον Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα και, εις απάντηση αυτής της παρακλήσεως, ο Πατήρ στέλνει το Πνεύμα και πραγματοποιεί την Πεντηκοστή. Η ολοκληρωμένη αυτή θεώρηση των οικονομιών δεν ελαττώνει καθόλου τον κεντρικό χαρακτήρα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, της θυσίας του Αμνού, αλλά προσδιορίζει την προοδευτική τάξη των γεγονότων και δείχνει τον Υιό και το Πνεύμα, καθένα ιδιαίτερα στην προσωπική Του μεγαλοπρέπεια και διάσταση, καθένα στην υπηρεσία του άλλου σε μια αμοιβαία λειτουργία που συμπίπτει με τη Βασιλεία του Πατρός».

Paul Evdokimov 

Ευαγγελική περικοπή (Ιωαν. 24: 36-53)

«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».

Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)

«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.». 

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2009/05/blog-post_8300.html#ixzz3MXtuop2B

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ.


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ
Ιερεύς Σωτήριος Ο. Αθανασούλιας

Το πρόσωπο του Χριστού στο επίκεντρο αμφισβητήσεων
 Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού είναι κάτι αυτονόητο για κάθε Χριστιανό, αλλά και για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Σύμφωνα με τη σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής, ο Ιησούς είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, «επί Καίσαρος Αυγούστου», δίδαξε τον Λαό, έκανε θαύματα, σταυρώθηκε «επί Ποντίου Πιλάτου» και αναστήθηκε «τη τρίτη ημέρα». Αλλά και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει, όχι βέβαια όλα, αλλά αρκετά από τα στοιχεία του ιστορικού βίου του Ιησού, τα οποία γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Ωστόσο, από χώρους εχθρικούς προς τον Χριστιανισμό, είτε «επιστημονικούς» είτε χώρους ιδεολογικά φορτισμένους, εγείρονται κατά καιρούς αμφισβητήσεις της ιστορικότητας του Χριστού και επιστρατεύονται «επιστημονικά» επιχειρήματα για να «στηρίξουν» τις αμφισβητήσεις αυτές. Η προβολή τέτοιων αμφισβητήσεων από μέσα ενημερώσεως και κάθε είδους έντυπα εντείνεται, συνήθως, όσο πλησιάζουν οι μεγάλες εορτές του Χριστιανισμού, προκειμένου να πεισθεί το ευρύ κοινό ότι τα γεγονότα, που εορτάζει η Εκκλησία, είναι ένας μύθος, που στερείται κάθε ιστορικής βάσης.
Παράλληλα, από άλλους ιδεολογικούς χώρους προβάλλεται η παράδοξη αντίληψη ότι η ιστορικότητα του Ιησού δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση της ουσίας της χριστιανικής πίστης. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός δεν ήταν ιστορικό (δηλαδή πραγματικό) πρόσωπο, αλλά μια ιδέα η μια κατάσταση, στην οποία καλείται να φτάσει ο καθένας από μας (η περίφημη «χριστική κατάσταση» των νεοεποχητικών ομάδων). Τέτοιες αντιλήψεις προβάλλονται από νεότερα φιλοσοφικά ρεύματα, από ομάδες και οργανώσεις των ανατολικών θρησκειών και από το κίνημα της Νέας Εποχής. Η έλλειψη γνήσιας Ορθόδοξης κατήχησης έχει ως αποτέλεσμα τέτοιες αντιλήψεις να διαδίδονται ευρύτερα και να γίνονται αποδεκτές ακόμη κι από Χριστιανούς! Στα πλαίσια αυτά τα ιστορικά στοιχεία, που περιέχουν τα Ευαγγέλια, κατανοούνται ως αλληγορίες και σύμβολα, η δε αυθαιρεσία στην ερμηνεία της Αγ. Γραφής (το να ερμηνεύει καθένας όπως νομίζει, προσδίδοντας τις πιο παράδοξες και αντιφατικές αντιλήψεις) γνωρίζει την αποκορύφωσή της. Έτσι στα νεότερα χρόνια ο γερμανός φιλόσοφος Hegel (1770-1831) ισχυρίστηκε ότι, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το ιστορικό πρόσωπο του Χριστού, αλλά η συνδεδεμένη με αυτό ιδέα. Ιστορικά μπορεί να πιστεύει καθένας ό,τι θέλει, όμως, το μόνο που έχει σημασία είναι η ιδέα. Το ίδιο πίστευε και ο Schelling (1775-1854), ενώ μαθητές του Hegel και φιλόσοφοι, όπως οι Schopenhauer (1788-1860), Bruno Bauer (1809-1882) κ.α., αμφισβήτησαν σαφέστερα την ιστορικότητα του Ιησού η την ερμήνευσαν συμβολικά. Δυστυχώς, και γνωστοί προτεστάντες θεολόγοι περί τον R. Bultmann (1884-1976) προέβαλαν την ανάγκη «απομύθευσης» των Ευαγγελίων και της Κ. Διαθήκης γενικά, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη διάκριση μεταξύ «ιστορικού Ιησού» και «Χριστού της πίστεως».
Τέλος, επειδή κάθε σταθμός της ζωής του Χριστού έχει και θεολογικό περιεχόμενο, αιρέσεις προτεσταντικών κατά κανόνα καταβολών, αμφισβήτησαν το νόημα των χριστιανικών εορτών. Για παράδειγμα, οι γνωστοί Μάρτυρες του Ιεχωβά ισχυρίζονται ότι «οι εορτές γενικώς και ειδικά αυτή της Γεννήσεως του Κυρίου, δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά έχει (και έχουν οι εορτές), μια παγανιστική, μη χριστιανική προέλευση, και μάλιστα συχνά συνοδεύονται από ελευθεριάζουσες πράξεις και δραστηριότητες, όπως είναι η οινοποσία, η μέθη, η πορνεία και άλλα» (Τα πάντα δοκιμάζετε, σ. 241). Τονίζουν ότι εορτές δεν μνημονεύονται στην Αγ. Γραφή, παρά μόνο κάτω από αρνητικές περιστάσεις, όπου πάντοτε θανατώνεται κάποιος, όπως τα γενέθλια του Ηρώδη, όπου θανατώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής. Τέλος, για την εορτή των Χριστουγέννων προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, άρα δεν έχει νόημα να εορτάζουμε αυτή την ημερομηνία, που συνδέεται άλλωστε με την αρχαία λατρεία του ήλιου.
Επειδή στο θέμα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού με βάση τα δεδομένα της επιστήμης έχουμε ασχοληθεί σε προηγούμενα τεύχη του εντύπου μας (41, 59), στο τεύχος αυτό θα ασχοληθούμε με τη σημασία της ιστορικότητας του Κυρίου για τη χριστιανική πίστη, όπως προβάλλεται στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα με κάποια ιστορικά και θεολογικά ζητήματα, που συνδέονται με το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού.

Η Γέννηση ως ιστορικό γεγονός
 Στην Καινή Διαθήκη απουσιάζει εντελώς η αντίληψη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μια ιδέα η ότι η Γέννησή Του είναι ενσάρκωση μιας ιδέας. Αντίθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε και έζησε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και συνδέεται με άλλα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Για να τονίσουν αυτό ακριβώς οι ιεροί Ευαγγελιστές παραθέτουν γενεαλογίες της καταγωγής του Ιησού, δηλ. αλυσίδες διαδοχικών γεννήσεων, από τις οποίες καταδεικνύεται η καταγωγή του, ως ανθρώπου, από το «γένος» Δαβίδ και Αβραάμ (Ματθ. 1,1-16, Λουκ. 3,24-38). Οι Ευαγγελιστές επισημαίνουν ότι η Γέννηση του Ιησού είχε προφητευθεί από μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης πριν από πολλούς αιώνες και ήταν κάτι αναμενόμενο. Η πρώτη σχετική «προφητεία» δίδεται από τον ίδιο τον Θεό αμέσως μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, σύμφωνα με την οποία «το σπέρμα της γυναικός» (Εκείνος που θα γεννηθεί από μια γυναίκα) θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» - διαβόλου (Γεν. 3,15). Οι μεγάλοι Προφήτες είχαν δεί συγκεκριμένα γεγονότα, συνδεόμενα με τη Γέννηση: ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο (Ησ. 7,14), θα καλείται Εμμανουήλ, δηλ. Θεός (Ησ. 7,14), θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ (Μιχ. 5,2), θα ονομασθεί Ναζωραίος (Ματθ. 2,23). Είχαν δεί επίσης την προσκύνηση των Μάγων (Ψαλμ. 71,10-11, Ησ. 60,6), την επιστροφή από την Αίγυπτο (Ωσ. 11,1), τον θρήνο για τη σφαγή των νηπίων (Ιερ. 38,15).
Τονίζοντας την ιστορική Γέννηση και καταγωγή του Ιησού, οι Ευαγγελιστές δεν αρνούνται την προύπαρξή Του ως Θεού, ούτε πιστεύουν ότι άρχισε να υπάρχει, όταν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Αντίθετα, τονίζουν ότι προϋπήρχε ως Θεός (ως Υιος του Θεού), και, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», έγινε ανθρωπος για τη σωτηρία μας (Γαλ. 4,4), χωρίς, βέβαια, να πάψει να είναι και Θεός. Ό,τι άρχισε να υπάρχει με τη Γέννηση του Χριστού ήταν η ανθρώπινη φύση Του, την οποία «προσέλαβε» από την Παρθένο Μαρία, δεδομένου ότι ο Χριστός ένωσε στο πρόσωπό Του, κατά παράδοξο για μας τρόπο, δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Η Κ. Διαθήκη τονίζει ακριβώς ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι ιστορική, πραγματική, όμοια με τη δική μας, δηλ. ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο «κατά δόκησιν», δηλ. δεν νομίσαμε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά έγινε όντως άνθρωπος. Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1,14) δεν εννοεί ότι σαρκώθηκε κάποιος αφηρημένος λόγος η ίδέα, κατά το παράδειγμα φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων της εποχής του, αλλ’ ότι σαρκώθηκε ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού, Αυτός που αποτελεί ιδιαίτερη υπόσταση, που έχει ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτός ο Λόγος, που ταυτίζεται με τον «μονογενή υιόν, τον όντα εις τον κόλπον του πατρός» (Ιω. 1,18), προϋπήρχε κάθε δημιουργίας του Θεού αιωνίως («εν αρχή ην ο Λόγος», Ιω. 1,1) και είναι Θεός («και Θεός ην ο Λόγος», Ιω. 1,1), όπως ακριβώς και ο Πατήρ Του.
Εντάσσοντας τη Γέννηση στο τοπικό και χρονικό της πλαίσιο, οι ιεροί Ευαγγελιστές τονίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας (Ματθ. 2,1), την εποχή που βασίλευε εκεί ο Ηρώδης (Ματθ. 2,1), όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος (Λουκ. 2,2) επί Ρωμαίου αυτοκράτορος «Καίσαρος Αυγούστου» (Λουκ. 2,1) και μάλιστα με αφορμή γενική απογραφή, που ο ίδιος είχε διατάξει, για ολόκληρη την αυτοκρατορία («απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην, Λουκ. 2,1), απογραφή, που ήταν η πρώτη της ηγεμονίας του Κυρηνίου στη Συρία (Λουκ. 2,2). Τα παραπάνω πρόσωπα και γεγονότα είναι ιστορικά. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν αυτοκράτορας μεταξύ των ετών 31 π.Χ και 14 μ.Χ. Ο Ηρώδης «ο Μέγας» ήταν βασιλιάς στην Ιουδαία (υποτελής στη Ρώμη) στο διάστημα 37 π.Χ - 4 π.Χ. Ο βίαιος χαρακτήρας του επιβεβαιώνεται από εξωβιβλικές πηγές. Είχε διαδοχικά δέκα συζύγους και απέκτησε πολλά παιδιά, αρκετά από τα οποία φονεύθηκαν με εντολή του. Κάποτε εκτέλεσε 45 από τα 70 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, δηλ. όλη σχεδόν την πνευματική, οικονομική και πολιτική αριστοκρατία των Εβραίων (Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Κ. Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1983, σ. 266). Όποιος γνωρίζει «πόσα μέλη της οικογένειάς του, και ιδίως πόσα παιδιά του εξόντωσε ο Ηρώδης, δεν εκπλήσεται για την ευαγγελική αφήγηση περί της σφαγής νών νηπίων στη Βηθλεέμ» (αυτόθι, σ. 268). Η ηγεμονία του Κυρηνίου επιβεβαιώνεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο (Ιουδαϊκή Αρχαιολογια, XVIII, 1-2), ενώ για την τακτική των συχνών απογραφών στην αυτοκρατορία μαρτυρούν πολλές εξωβιβλικές πηγές.
Με βάση αυτά και άλλα δεδομένα, μπορεί να υπολογισθεί με σχετική ακρίβεια το έτος της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Η πιο γνωστή απόπειρα στο παρελθόν, στην οποία βασίζεται το ισχύον χρονολογικό σύστημα, έγινε από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό στη Ρώμη το 562 μ.Χ. Μέχρι τότε ίσχυαν άλλα χρονολογικά συστήματα. Με την επικράτηση, όμως, του Χριστιανισμού και με βάση την πεποίθηση ότι το πρόσωπο του Ιησού τέμνει την ιστορία του κόσμου σε προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή, έπρεπε να ισχύσει ένα χρονολογικό σύστημα με αφετηρία ακριβώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι υπολογισμοί του Διονυσίου με τα δεδομένα της τότε εποχής είναι εσφαλμένοι και ότι, σύμφωνα με σύγχρονους και ακριβέστερους υπολογισμούς, ο ακριβής χρόνος της Γεννήσεως του Χριστού τοποθετείται λίγο πριν το έτος 4 π.Χ.

Ο αστέρας της Γεννήσεως και η προσκύνηση των Μάγων
 Το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, όπως περιγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, συνοδεύθηκε από υπερφυσικά σημεία, όπως η δοξολογία των Αγγέλων, ο αγγελικός ύμνος («Δόξα εν υψίστοις Θεώ»), η εμφάνιση του Αγγέλου στους Ποιμένες, η «δόξα Κυρίου» που περιέλαμψε τους Ποιμένες της Βηθλεέμ, ο αστέρας που οδήγησε τους Μάγους στο Βρέφος, η προσκύνηση των Μάγων. Θα ήταν παράδοξο να αναμένουμε από την επιστημονική έρευνα να επιβεβαιώσει τέτοια γεγονότα, τα οποία ούτως η άλλως υπερβαίνουν τα όρια του φυσικού. Όμως, από χώρους εχθρικούς στον Χριστιανισμό και περιβελημένους επιστημονικό μανδύα, επιχειρήθηκε να εξηγηθούν κάποια από τα γεγονότα αυτά ως φυσικά, με σκοπό να απογυμνωθεί το γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου από κάθε υπερφυσικό περιεχόμενο.
Έτσι κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι το άστρο, που οδήγησε τους Μάγους, ήταν ένα φυσικό φαινόμενο της εποχής, δηλαδή «σύνοδος πλανητών», είτε Δία και Κρόνου, είτε Δία και Αφροδίτης, που απλώς συνέπεσε τη χρονική εκείνη στιγμή και ήταν ορατή ως αρκετά φωτεινότερο από τα υπόλοιπα άστρο. Τέτοιες ερμηνείες, εκτός του ότι δεν είναι γενικά αποδεκτές επιστημονικώς, δεν ερμηνεύουν το φαινόμενο, που περιγράφει η Βίβλος, και προκαλούν εύλογα ερωτήματα όπως: Πως η «σύνοδος» αυτή οδηγούσε ανθρώπους σε τόσο μεγάλες αποστάσεις; Πως εξαφανίσθηκε και επανεφανίσθηκε, όταν οι Μάγοι έφθασαν στον Ηρώδη; Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η «σύνοδος»; Από το βιβλικό κείμενο εξάγεται ότι δύο ολόκληρα χρόνια ταξίδευαν οι Μάγοι για να φθάσουν στο Βρέφος, οδηγούμενοι από τον αστέρα. Έτσι υπολόγισε («ηκρίβωσε») τον χρόνο ο Ηρώδης (Ματθ. 2,7) και διέταξε τη σφαγή των Νηπίων της Βηθλεέμ «από διετούς και κατωτέρω» (2,16). Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσκύνηση των Μάγων, κατά το ιερό κείμενο, δεν έγινε στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, αλλά «εις την οικίαν», όπου διέμενε «το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (2, 11). Ισως η ερμηνεία του αγίου Θεοφυλάκτου ότι ο αστέρας ήταν «αγγελική δύναμις» (Άγγελος), που οδηγούσε του Μάγους, είναι πολύ πιο λογική από «επιστημονικές» θεωρίες, όπως οι παραπάνω.

Η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων

Είναι αληθές ότι η Βιβλική Παράδοση δεν διέσωσε την ακριβή ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού. Τα ιερά κείμενα δεν παρέχουν καμμιά ασφαλή πληροφορία για την εποχή της Γεννήσεως. Η εινόνα των Χριστουγέννων που έχουμε στον νού μας, με τα χιόνια και το ψύχος, είναι μεταγενέστερης δυτικής προέλευσης και δεν στηρίζεται στα κείμενα. Το Σπήλαιο ήταν μάλλον πρόχειρο κατάλυμα της Θεοτόκου και του Ιωσήφ και όχι χώρος προστασίας από το κρύο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Φάτνη χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εναποθέσεως του Βρέφους («κούνια») και όχι ως θερμαντικό μέσο. Πουθενά δεν αναφέρεται χιονόπτωση, βροχή, κακοκαιρία, ψύχος, φαινόμενα άλλωστε πολύ σπάνια για την περιοχή. Η αναφορά σε «ποιμένας ... αγραυλούντας και φυλάσσοντας φυλακάς της νυκτός» (Λουκ. 2,8) μάλλον παραπέμπει σε άλλη εποχή. Προσπάθειες χρονολογήσεως με βάση τη σύλληψη του Προδρόμου και την εφημερία του Ζαχαρία στον Ναό δεν έχουν οδηγήσει ασφαλή συμπεράσματα. Ουσιαστικά, η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως παραμένει άγνωστη.
Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την Εκκλησία να καθιερώσει μια μέρα τιμής για το μεγάλο αυτό γεγονός, αφού σημασία έχει η τιμή του γεγονότος κι όχι η ακριβής ημερομηνία του. Οι πρώτες αναφορές στον εορτασμό της Γεννήσεως υπάρχουν σε κείμενα του πάπα Τελεσφόρου (125-136), σύμφωνα με κάποιους ερευνητές (Ν. Ιωαννίδη «Η εορτή Χριστουγέννων - Θεοφανείων», στο Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον, Αθήναι 2007, σ. 132). Σαφέστερες πληροφορίες παρέχουν κείμενα του 3ου μ.Χ. αι., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα η Εκκλησία δεν τιμούσε το γεγονός, περ’ ότι οι συνθήκες της εποχής καθιστούσαν προβληματικό κάθε εορτασμό, λόγω π.χ. των διωγμών του Χριστιανισμού. Είναι ιστορικά βέβαιο, ότι στην Ανατολή τον 3ο μ.Χ. αι. η Γέννηση εορταζόταν μαζί με τη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα «Θεοφάνεια», ως εορτές φανερώσεως του Θεού στον κόσμο. Άλλωστε, η προσωνυμία «Θεοφάνεια» προσιδιάζει περισσότερο στη Γέννηση παρά στη Βάπτιση, γιατί τότε «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. 3,16). Στη Δύση η Γέννηση εορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που οι εθνικοί λάτρευαν τον φυσικό ήλιο. Ο λόγος του εορτασμού της Γεννήσεως τη μέρα αυτή είναι προφανής: οι Χριστιανοί ήθελαν να διακηρύξουν σε κάθε κατεύθυνση ότι ο κτιστός ήλιος δεν έχει καμμία θεία ιδιότητα και είναι απλώς δημιούργημα του αληθινού Ηλίου της Δικαιοσύνης. Σαφείς αναφορές στην ιδιότητα του Χριστού ως Ηλίου της Δικαιοσύνης υπάρχουν μέχρι σήμερα στην υμνολογία των Χριστουγέννων. Σιγά – σιγά επικράτησε και στην Ανατολή ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου. Αυτό έγινε τον 4ο μ.χ. αι., με τη συμβολή των Πατέρων της Εκκλησίας Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εορτασμός των μεγάλων εορτών, με αφορμή σταθμούς της ζωής του Χριστού, είναι απόλυτα σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα της Αγ. Γραφής. Στην Παλαιά Διαθήκη εορτάζονται γεγονότα θαυμαστής σωτηρίας του Λαού του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος προέτρεψε τους Μαθητές να επιτελούν την «ανάμνησιν» του Πάθους Του (Λουκ. 22,19-20). Κατά το παράδειγμα της «αναμνήσεως» του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, καθιερώθηκαν οι μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Για τη Γέννηση είναι σαφής η μαρτυρία της Κ. Διαθήκης ότι και οι Άγγελοι ανύμνησαν το γεγονός, δοξολογούντες τον Θεό και ψάλλοντες «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη» (Λουκ. 2,13-14). Αυτό επέδρασε προφανώς καταλυτικά στην πρώϊμη καθιέρωση του εορτασμού της Γεννήσεως του Χριστού από την αρχαία Εκκλησία.

Το θεολογικό νόημα της Γεννήσεως
 Η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό γεγονός είναι «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον» (Α' Τιμ. 3,16), το μεγάλο μυστήριο, που πρέπει να σεβόμεθα. Ποιο ακριβώς είναι το μυστήριο αυτό; Είναι το γεγονός ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. 3,16), το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος. Μυστήριο «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, φανερωθέν δε νυν» (Ρωμ. 16,25). Είναι ουσιαστικά το μυστήριο της σωτηρίας μας, το οποίο διακονεί και ενεργεί ο ίδιος ο Υίός του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος ακριβώς για να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος από τη «δουλεία του εχθρού». Με την έλευσή Του στον κόσμο ο Υιος του Θεού ενώνεται μαζί μας και μας σώζει: αφ’ ενός μεν η ανθρώπινη φύση ενώνεται με τη θεία στο πρόσωπο του Χριστού, αφ’ ετέρου δε καθένας από μας ενώνεται με τον Χριστό κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα Του. Κατά τη σαφή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας «ό,τι ενώνεται με τον Χριστό, εκείνο και σώζεται» και «εκτός του Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία.
Είναι, λοιπόν, δυνατό να μην χαιρόμεθα και να μην πανηγυρίζουμε για την έλευση του Χριστού στον κόσμο; Είναι δυνατό να αδιαφορούμε μπροστά στο μεγάλο γεγονός, στο οποίο βασίζεται η σωτηρία μας; Μόνο όσοι δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση η αντίληψη του μυστηρίου της σωτηρίας, του «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου», μπορεί να υιοθετούν μια τέτοια στάση. Αν οι Άγγελοι του ουρανού πανηγυρίζουν και ψάλλουν ύμνους για τη δική μας σωτηρία, για την «ειρήνην» και «ευδοκίαν» που ήλθε στον κόσμο («και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», Λουκ. 2,14), τι πρέπει να κάνουμε εμείς; Να γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει τη Γέννηση του Χριστού, ως γεγονός παραπλήσιο με αυτό της Αναστάσεως. Να γιατί η υμνολογία της αποτελεί έκρηξη χαράς για τη σωτηρία, που ήλθε στον κόσμο. Να γιατί ψάλλει μαζί με τους Αγγέλους: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε». 

(Κείμενο από το έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 71, Νοε. – Δεκ. 2010).
http://www.egolpion.com/istorikh_gennisis.el.aspx

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Νικόλαος Μητρόπουλος - Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Δεισιδαιμονία και αθεΐα



Brain
Σε αντίθεση με τον χριστιανό, ο δεισιδαίμων παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα και τίθεται στους αντίποδες της ενάρετης ζωής. Πρόκειται για την παραφθορά της γνησιότητας και της αλήθειας, με ολέθριες συνέπειες για την πρακτική ζωή.
Ενώ λοιπόν ο δεισιδαίμων ξεκινά από την ίδια αφετηρία με τον χριστιανό, υιοθετεί τις ίδιες αρχές, και σκοπεύει στο ίδιο τέλος[1], διαφέρει ριζικά, επειδή δεν διαθέτει ορθή κρίση:«Πλήν, σα να μην είχε ακόμη, δύναμι νου, κ’ ηλικία να κρίνη τέτοια καθώς είναι τα πράγματα, ή σα να είχε κάλπικη ζυγαριά, ζυγιάζει βαρύ εκείνο που ’ν’ αλαφρό, και βγάνει αλαφρό το βαρύ.¨Οθεν, αναστρέφωντας την τάξι που έχουν όλα τα πράγματα, έχει τα μικρά μεγάλα, τα περιττά αναγκαία, τα ανεπιβλαβή επιζήμια, και εναλλάξ[2]΄».
Ο δεισιδαίμων, εξαιτίας της λαθεμένης κρίσης έχει διεστραμμένη συνείδηση και χαρακτηρίζεται από φανατισμό και μισαλλοδοξία:« Η συνειδησί του ειν’ πλανεμένη, και το χειρότερο που’ ν’ αδιόρθωτη. Ειν’ ένας παντοτινός θυμός απάνου  σ’ εκείνο που το διώρισ’ ο ίδιος κακό, αίρεσι, και παρανομία, κ’ απάνου σ’ εκείνον που τον εψήφισ’ αυτός αιρετικό, και κακό άνθρωπο΄ και τούτο, τ’ονομάζει ένθεο ζηλο[3]».
Έπειτα επικρίνει τόσο την νόθο σοφία και την νόθο πίστη: «Εξ’ εναντίας το ζαβό το σοφό τον βλέπεις να σπουδάζη, να συγγράφη, να μελετά, όχι καθ’ αυτό για της μάθησες, καθώς έπρεπε, αλλά για ναύτη ύλη και επιχειρήματ’ απτά βιβλία..να πη τίποτες ενάντιο στα κείμενα. Ο βίος του είναι επίμωμος. Κ’ α δεν κάμν’ αδικίαις, α δεν ασελγαίνει, α δεν τα κάμ’ όλα, μ’ όλον τούτο υπερβαίνει το μεγαλήτερο άδικο, και το χειρότερ’ακόλαστο και τον εξωλέστερο άνθρωπο, καθό διδάσκει μεθοδικως μια άπειρη άδεια σε όλους να αδικουν, να γυρεύουν, και να τα κάμνουνε όλα, σαν να μην είναι όλα μαζί τίποτες[4]».
Η βάση της αθεΐας και της δεισιδαιμονίας έγκειται στην αποδοχή λαθεμένων αρχών που παράγονται από μια παραφθορά την νόησης: «Εξ εναντίας, ο άνους, πέρνωντας συγκεχυμέναις ιδέαις και συναπτωνταίς ταις κακά, επιφέρει στραβαίς πρότασες και της κάμνει αρχές του∙ απτής οποίαις όσα συμπεράσματα κάμει, ναι, φαίνουντ’ακόλουθα, πλήν είναι ψεύδη, γιατί το θεμελιό τους είναι σάπιο΄ το αυτό πάσχει και ο άθεος και ο δεισιδαίμων[5]».
Παράλληλα σπεύδει να διαχωρίσει με τρόπο απόλυτο τον φιλόσοφο από τον άθεο και θεωρεί ως δεδομένο ότι ο φιλόσοφος αποδέχεται και μεταφυσικές αρχές, αλλά κυρίως διαφοροποιείται στο ηθικό επίπεδο, αφού δέχεται την ύπαρξη αρετών και κακιών: «Ο φιλόσοφος σε όλα διαφέρ’ απτόν άθεο. Οξ’ απτής φυσικαίς της αρχαίς που έχει: την αίσθησι, στη σοφία του αποδέχεται και της μεταφυσικαίς: την ενάργεια, την αντίφασι, τον ικανό λόγο κ’άλλαις πολλαίς, και τελεούτ’ απ’όλαις αυταις. Δοξάζει αρεταίς και κακίαις[6]».
Είναι εμφανής η προσπάθεια του Καταρτζή, να αποδώσει στον άθεο μειωμένη ηθική συνείδηση, ή οποία όπως θα δούμε εξαρτάται από μια προηγούμενη γνωστική δραστηριότητα, που κρίνεται ως ανώριμη και ανεπαρκής. Ο άθεος λοιπόν δεν αποδέχεται την ηθική αξιολόγηση των πράξεων, αλλά ακολουθεί τα πάθη του και πράττει οτιδήποτε τον ευχαριστεί. Θεωρεί ότι όλα εμπεριέχονται στη Φύση η οποία δεν  περιέχει κάτι κακό και επομένως όλες οι πράξεις είναι φυσικές και θεμιτές: «Λοιπόν. ο άθεος, θέλωντας ν’ ακολουθάη τα πάθη του αδεώς, για να μην τον ελέγχ’ η συνειδησί του, σηκώνει από της πράξες του το καλό και το κακό, και της ονομάζει μόν’ φυσικαίς, κ’ ακολούθως της νοεί θεμιταίς, α γένεται  τούτο εκεί που δεν είναι αθέμιταις[7]».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Ο δεισιδαίμων στη χριστιανοσύνη του, κατά τον λόγον ορμά, ναι, από ταις αυταίς αρχαίς, στην πίστι και στα ηθικά, με τον απλώς χριστιανό, και το ου ενεκά  του ειν’ το αυτό μ’εκεινου το τέλος», «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  ένθ’ανωτ.,σ.76.
[2]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,  σ.76.
[3]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  αυτόθι,  σ.76.
[4]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  αυτόθι,  σσ.80-81.
[5]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  αυτόθι,  σ.73.
[6] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,   σ.77.
[7]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  αυτόθι,σ.79.

*Παρατήρηση: το παρόν άρθρο αποτελεί το έκτο μέρος εκτενούς αφιερώματος στις θέσεις του Δημητρίου Καταρτζή, για τη σχέση Φιλοσοφίας και Χριστιανισμού (με γενικό τίτλο: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΤΑΡΤΖΗ), το οποίο επιμελήθηκε ο θεολόγος – φιλόλογος Νικόλαος Μητρόπουλος και δημοσιεύεται από την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ σε συνέχειες.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ, Η ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ Από τον «Ωριγένη» του Henri Crouzel. Κεφ. 7ο, Ο Μυστικισμός του Ωριγένη. Το Άγιο Πνεύμα σαν η αμοιβαία αγάπη του Πατρός και του Υιού.


Ο Ωριγένης είναι ένας από τους δημιουργούς της μυστικιστικής γλώσσας. Δημιούργησε τα θέματά του ξεκινώντας από την Γραφή, χρησιμοποιώντας επίσης φιλοσοφικές συνεισφορές όπως και εικόνες από την Ελληνιστική εποχή στην οποία ζούσε.

Τα θέματα του Γάμου.

Από τον καιρό των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, η διαθήκη του Γιαχβέ με τον Ισραήλ είχε αναπαρασταθεί σαν ένας γάμος. Ο Ισραήλ ήταν η νύμφη του Γιαχβέ. Όποια και αν υπήρξε η καταγωγή, Εθνική ή Ιερή, του ποιήματος της αγάπης που είναι το Άσμα Ασμάτων – ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει συμφωνία σ’ αυτό το θέμα – κατανοήθηκε από τους ίδιους τους Εβραίους σαν η αμοιβαία αγάπη του Θεού και του Ισραήλ. Η Κ. Δ. το κληρονομεί και το εφαρμόζει στον Χριστό και στην Εκκλησία. Το πρώτο σχόλιο του Άσματος, του Ιππόλυτου, σταματά στην συλλογική σημασία της Νύμφης. Αλλά εμφανίζεται και με κάποια ατομική σημασία, όπου η νύμφη αναπαριστά και την πιστή ψυχή, σε δύο χωρία της πρώτη προς Κορινθίους Επιστολής (6, 15-17 / 7, 32-34).

Στον Ωριγένη οι δύο σημασίες της νύμφης – η συλλογική, η Εκκλησία, και η ατομική, η πιστή ψυχή – κυριαρχούν σε όλα του τα κείμενα, αλλά ιδιαιτέρως στο σχόλιό του στο Άσμα Ασμάτων. Αυτές οι δύο εξηγήσεις δεν αντιτίθενται διόλου μεταξύ τους, αλλά είναι αντιθέτως συμπληρωματικές. Η πιστή ψυχή είναι νύμφη διότι είναι μέρος της Εκκλησίας, που είναι νύμφη. Εάν η πρόοδος της ψυχής στην ομοίωση του Χριστού την καθιστά όλο και πιο τέλεια νύμφη, η Εκκλησία – κοινωνία των πιστών – γίνεται και αυτή τέλεια νύμφη.

Οι Γάμοι του Χριστού με την Εκκλησία, όπως και οι γάμοι του Χριστού με την ψυχή, καλύπτονται στο σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων λεπτομερώς. Ξεκινούν από την προΰπαρξη, όταν η ψυχή ενωμένη στον Λόγο, δηλαδή η προϋπάρχουσα ανθρωπότης του Χριστού, είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, της προϋπάρξεως μορφοποιημένης από όλους τους «Νόες» εκείνους που η πρωτογενής πτώση θα μεταμορφώσει σε αγγέλους, ανθρώπους και δαίμονες. Αυτή η πτώση θα χωρίσει τον Νυμφίο από την Νύμφη. Στην Π. Δ. η Νύμφη αναπαριστάται από το αρχαίο Ισραήλ: είναι ένας χρόνος αρραβώνος, κατά τον οποίον η μνηστή δέχεται την επίσκεψη των «φίλων του Νυμφίου», δηλ. πατριάρχες και προφήτες, οι οποίοι την προετοιμάζουν. Μερικές φορές και του ίδιου του Νυμφίου, διότι στις Θεοφάνειες εμφανίζεται ο ίδιος κάτω από μορφή ανθρώπινη ή αγγελική.

Με την Ενσάρκωση ο Νυμφίος ντύνεται ένα σάρκινο σώμα, παρότι δεν έχει αμαρτήσει, για να πλησιάσει λόγω της αγάπης την νύμφη του, που έπεσε στην σάρκα λόγω του λάθους της. Αλλά η ένωση δεν θα τελειοποιηθεί παρά μόνον στην μακαριότητα, όταν θα ολοκληρωθεί η παραβολή των προσκεκλημένων στους γάμους (Ματθ. 22, 2-14) και ο Βασιληάς – ο Πατήρ – θα ενώσει οριστικά τον Υιό του με την δοξασμένην ανθρωπότητα.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (3) Από τον «Ωριγένη» του Henri Crouzel [H πηγή της εικονικής θεολογίας του Ζηζιούλα].

Ο Ωριγένης υπογραμμίζει ότι εκεί όπου στην Γεν. 1, 26 ο Θεός ανακοινώνει το σχέδιό του να δημιουργήσει τον άνθρωπο, ο Θεός μνημονεύει μαζί την εικόνα και την ομοίωση, αλλά όταν το άγιο βιβλίο στο Γεν. 1. 27 δείχνει ολοκληρωμένη αυτή την δημιουργία, δεν πρόκειται πλέον παρά για το κατ’ εικόνα, όχι για την ομοίωση. Αυτή η τελευταία διατηρείται για το τέλος, θα είναι η ολοκλήρωση της εικόνος. Παράλληλα – και εδώ η στήριξη στις Γραφές είναι πιο σταθερή, καθότι δεν είναι το αντικείμενο μιας θεωρίας – ο Ιωάννης γράφει στην πρώτη του Επιστολή 3, 2: «οίδομεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστί..» Η ομοίωσις θα συμπέση με την γνώση του Θεού και του Χριστού πρόσωπο με πρόσωπο, όπως το κατ’ εικόνα συνέπεσε με το ξεκίνημα της δημιουργίας. Αυτή η έννοια της ομοιώσεως ξαναπαίρνει, το επαναλαμβάνουμε, εκείνη των προσωκρατικών και του Πλάτωνος οι οποίοι την καθιστούσαν το τέλος της ανθρώπινης ζωής. Είναι ήδη παρούσα στον Κλήμη, ενώ ο Ειρηναίος δίνει στην διάκριση εικόνα/ομοίωση μια άλλη σημασία, η οποία ανακαλεί μάλλον την σημασία της διακρίσεως φυσικού/υπερφυσικού.

Η πορεία λοιπόν του «κατ’ εικόνα» προς την ομοίωση είναι ακριβώς η πνευματική πρόοδος. Τα θέματα που την εκφράζουν σε σχέση με την θεολογία της εικόνος μάς δείχνουν, χωρίς καν ο Ωριγένης να προσπαθεί μια σύνθεση ή να προβληματίζεται, τόσο την ανθρώπινη πράξη, όσο και εκείνη της Θείας Χάρης. Στην πρώτη περίπτωση φαίνεται πάνω από όλα η μίμησις του Θεού και του Χριστού ! Αυτή η μίμησις και η αλληλοδιαδοχή του Θεού βρίσκονται ήδη στην Ελληνική φιλοσοφία, στον Πλάτωνα, στους Στωικούς και τον νεοπλατωνισμό. Απουσιάζει πρακτικώς από την Π. Δ., αλλά αναπαριστάται με αφθονία στον Φίλωνα και τέλος στα Ευαγγέλια, στις Επιστολές, από όπου περνούν στους Πατέρες και γίνονται κοινός τόπος στα μαρτυρολόγια.

Αλλά άλλοι, διαφορετικοί όροι, τονίζουν την θεία ενέργεια. Ο Λόγος μορφώνει τον πιστό του, όπως ο Ιησούς στην κοιλία ακόμη της μητρός του, πηγαίνει στην Ελισάβετ για να μορφώσει τον Ιωάννη που βρίσκεται στην κοιλία της μητρός του (σχόλιο στον Ιωάν. VI, 49 (40), 252-256). Ο Λόγος μορφώνεται μέσα στον Χριστιανό βασιζόμενος στην πρακτική των Αρετών. Και πράγματι ανάμεσα στις επίνοιες του Χριστού βρίσκονται οι Αρετές: Αυτός είναι η αρετή και είναι η κάθε μια αρετή, οι αρετές είναι ο Χριστός, ο Χριστός είναι ολόκληρη η Αρετή ψυχωμένη και ζωντανή. Αυτές οι δύο ποιότητες που προστέθηκαν δείχνουν πως η Αρετή γενικώς και κάθε αρετή ιδιαιτέρως είναι το θείο πρόσωπο του Υιού. Ακόμη και η πρακτική εφαρμογή της αρετής – αλλά δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε μια αρετή χωρίς να τις εφαρμόσουμε όλες, έλεγαν ήδη οι Έλληνες – είναι μια μετοχή υπαρξιακής τάξεως στο ίδιο το πρότυπο του Χριστού.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (2) Από τον «Ωριγένη» του Henri Crouzel [H πηγή της εικονικής θεολογίας του Ζηζιούλα].

Το κατ’ εικόνα είναι επίσης και συμμετοχή ή μετοχή στον Υιό, και αυτό σύμφωνα με τις πολυάριθμές επίνοιες του Υιού που παίζουν έναν κυρίαρχο ρόλο στην Ωριγενική Χριστολογία: αυτοί είναι και οι τίτλοι που δόθηκαν στον Χριστό από την Κ. Δ., αλλά και από την Παλαιά, εάν αναγνωσθεί σύμφωνα με την πνευματική εξηγητική. Αντιστοιχούν στις διάφορες ιδιότητες του Υιού, καθαυτές και σε σχέση με εμάς. Κατ’ αρχάς κοινωνείται στο κατ’ εικόνα η ποιότης του Υιού· υιοθετημένα τέκνα του πατρός που υιοθετούνται χάρη στην πράξη του μονογενούς Υιού. Εξίσου και η ποιότης του «Χριστού», ο χρισμένος μάς δωρίζει αυτό που είναι, Σοφία, Αλήθεια, Ζωή, Φως κ.τ.λ. Τέλος, καθότι Λόγος, μας κάνει και λογικά όντα, μια λέξη το νόημα της οποίας, κυρίως υπερφυσικό, αποδίδεται άσχημα από την λέξη λογικός (άνθρωπος). Μόνον ο Άγιος λέγεται λογικός. Οι δαίμονες, από λογικοί που ήταν, έγιναν λόγω της απορρίψεως του Θεού, άλογοι, όντα χωρίς νοημοσύνη, και αφομοιώθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο με τα ζώα, καταλήγοντας να είναι κάτι σαν πνευματικά θηρία. Το κατ’ εικόνα είναι, λέει καθαρά ο Ωριγένης, «η δική μας κύρια ουσία» (σχόλιο στο Ιωάν. ΧΧ, 22 (20), 182), το ίδιο το βάθος της Φύσεώς μας. Ο άνθρωπος ορίζεται, στο βάθος τού είναι του, λόγω της σχέσης του με τον Θεό και λόγω της κινήσεώς του που τον οδηγεί να γίνει όμοιος με το μοντέλλο του, χάρη στην θεία ενέργεια, και φανερώνεται από την αρχή και σε καθέναν από τους σταθμούς αυτής της αναπτύξεως, και χάρη στην ελευθερία επίσης που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο με την δημιουργία του.
Εκείνη η ελευθερία, στην οποία η δύναμις της επιλογής έχει μια πολύ σημαντική θέση, δεν μειώνεται, δεν περιορίζεται μόνον στην ελευθερία επιλογής, αλλά παρουσιάζει – μέσω του πνευματικού δόγματος του Ωριγένη – όλες τις λεπτομέρειες της παύλειας ελευθερίας. Και πράγματι, η συνάφεια με τον Θεό ελευθερώνει, η απόρριψη του Θεού σκλαβώνει. Το κατ’ εικόνα είναι επιπλέον και πηγή γνώσεως: οπωσδήποτε κάθε γνώση του Θεού είναι αποκάλυψη, αλλά η πρώτη από αυτές τις αποκαλύψεις είναι εκείνη που ο Θεός μάς έδωσε δημιουργώντας μας κατά την εικόνα Του. Σ’ αυτό το κατ’ εικόνα, που είναι το πιο βαθύ σημείο του είναι μας, εμείς βρίσκουμε τον Θεό.
Ο Ωριγένης ξαναχρησιμοποιεί εδώ μιαν αρχή της ελληνικής φιλοσοφίας, που είναι και μια επιβεβαίωση της καλής συμπεριφοράς: μόνον το όμοιο γνωρίζει το όμοιο. Αλλ’ επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, μπορεί να συμβεί – και συμβαίνει –, στην θέση της επιλογής του Θεού, να διαλέξει την εναντίωση στον Θεό. Τί γίνεται λοιπόν το κατ’ εικόνα όταν μπλέκεται με την αμαρτία; Η αμαρτία το σκεπάζει με αντίθετες εικόνες, το κρύβει κατά κάποιον τρόπο κάτω από την συσσώρευσή τους.